Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lair
01
φωλιά, καταφύγιο
a place where a wild animal lives, hides, or takes refuge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lairs
LanGeek



























