lair
Pronunciation
/ˈɫɛɹ/

Ορισμός και σημασία του "lair"στα αγγλικά

01

φωλιά, καταφύγιο

a place where a wild animal lives, hides, or takes refuge
lair definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lairs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store