lacking
la
ˈlæ
cking
kɪng
king
lacinglockinglicking

Ορισμός και σημασία του "lacking"στα αγγλικά

01

λείπων, ανεπαρκής

not having a necessary amount of something 
lacking definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lacking
συγκριτικός βαθμός
more lacking
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lacking resources hindered the completion of the project. 

Οι λείπουσες πόροι εμπόδισαν την ολοκλήρωση του έργου.

02

λείπων, απών

missing or not present when needed or expected 
Παραδείγματα
I feel like there is something lacking in life. 

Αισθάνομαι ότι λείπει κάτι στη ζωή.

03

στερημένος, ελλιπής

(of people) not having enough of a particular quality or trait 
Παραδείγματα
She is lacking in patience when dealing with difficult customers. 

Της λείπει η υπομονή όταν ασχολείται με δύσκολους πελάτες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store