Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lackluster
01
θαμπός, χωρίς λάμψη
(of hair or eyes) without shine, sheen, or brightness
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lackluster
συγκριτικός βαθμός
more lackluster
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her hair looked lackluster after several days without washing, losing its usual shine.
Τα μαλλιά της φαίνονταν θαμπά μετά από αρκετές μέρες χωρίς πλύσιμο, χάνοντας τη συνήθη λάμψη τους.
Λεξικό Δέντρο
lackluster
lack
luster



























