Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lackluster
01
θαμπός, χωρίς λάμψη
(of hair or eyes) without shine, sheen, or brightness
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lackluster
συγκριτικός βαθμός
more lackluster
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist 's work felt lackluster compared to his previous vibrant pieces.
Το έργο του καλλιτέχνη φαινόταν ξεθωριασμένο σε σύγκριση με τα προηγούμενα ζωηρά του κομμάτια.
Λεξικό Δέντρο
lackluster
lack
luster



























