Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
knotty
01
περίπλοκος, δύσκολος
full of complications or difficulties
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
knottiest
συγκριτικός βαθμός
knottier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The negotiations between the two countries were knotty, with conflicting interests and historical tensions.
Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο χωρών ήταν περίπλοκες, με αντικρουόμενα συμφέροντα και ιστορικές εντάσεις.
Λεξικό Δέντρο
knottiness
knotty
knot



























