knackered
kna
ˈnæ
ναι
ckered
kərd
καρντ
/nˈækəd/

Ορισμός και σημασία του "knackered"στα αγγλικά

01

εξαντλημένος, κουρασμένος

having extreme physical or mental exhaustion
knackered definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most knackered
συγκριτικός βαθμός
more knackered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He looked knackered from staying up all night.
Φαινόταν εξουθενωμένος από το να μείνει ξύπνιος όλη τη νύχτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store