klutz
klutz
kləts
κλατσ
/klˈʌts/

Ορισμός και σημασία του "klutz"στα αγγλικά

01

αδέξιος, ατσούμπαλος

a clumsy or awkward person who often drops things or has accidents
Dialectamerican flagAmerican
klutz definition and meaning
Informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
klutzes
Παραδείγματα
She laughed and called herself a klutz after knocking over the vase.
Γέλασε και αποκάλεσε τον εαυτό της αδέξια αφού αναποδογύρισε το βάζο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store