knacked
knacked
nækt
nākt
knackered

Ορισμός και σημασία του "knacked"στα αγγλικά

01

εξαντλημένος, κουρασμένος

(Irish) very tired; exhausted 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most knacked
συγκριτικός βαθμός
more knacked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I'm completely knacked after that long day. 

Είμαι εντελώς εξαντλημένος μετά από εκείνη τη μεγάλη μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store