to kindle
kindle
kɪndl
kindl
bindlegrindlespindlebrindle

Ορισμός και σημασία του "kindle"στα αγγλικά

to kindle
01

ανάβω, πυροδοτώ

to set something on fire 
Transitive: to kindle fire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
kindle
γ΄ ενικό πρόσωπο
kindles
ενεστώτα μετοχή
kindling
απλός αόριστος
kindled
παθητική μετοχή
kindled
Παραδείγματα
The camper carefully arranged the dry leaves and twigs to kindle a small fire for cooking. 

Ο κάμπερ τακτοποίησε προσεκτικά τα ξερά φύλλα και τα κλαδιά για να ανάψει μια μικρή φωτιά για μαγείρεμα.

02

ανάβω, ξυπνώ

to awaken feelings and sentiments 
Transitive: to kindle a feeling
Παραδείγματα
The heartfelt letter from her long-lost friend kindled a sense of joy and nostalgia within her. 

Η εγκάρδια επιστολή από τον χαμένο εδώ και καιρό φίλο της ανέφλεξε μέσα της ένα αίσθημα χαράς και νοσταλγίας.

01

μια νεογνά, μια γέννα

a group of young animals, such as a litter of rabbits or a group of kittens born to the same mother at the same time 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kindles
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store