to kick up
kick
kɪk
kik
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "kick up"στα αγγλικά

to kick up
01

αυξάνω, ανεβάζω

to increase the price of something 
to kick up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
kick
ενεστώτας
kick up
γ΄ ενικό πρόσωπο
kicks up
ενεστώτα μετοχή
kicking up
απλός αόριστος
kicked up
παθητική μετοχή
kicked up
Παραδείγματα
The company is kicking up the prices of its products due to rising inflation. 

Η εταιρεία αυξάνει τις τιμές των προϊόντων της λόγω της αυξανόμενης πληθωριστικής πίεσης.

02

σηκώνω με κλοτσιά, πετώ ψηλά

to force something to rise into the air, particularly by kicking 
Παραδείγματα
The dog kicks up dirt when it digs in the yard. 

Ο σκύλος σηκώνει χώμα όταν σκάβει στην αυλή.

03

προκαλώ, εμπνέω

to stir up or provoke a reaction or response 
Παραδείγματα
The new policy is kicking up a lot of debate among the employees. 

Η νέα πολιτική προκαλεί πολλές συζητήσεις μεταξύ των εργαζομένων.

04

παραπονιέμαι, διαμαρτύρομαι

to express anger or annoyance about something 
Παραδείγματα
The residents have been kicking up a protest against the construction project. 

Οι κάτοικοι έχουν εκφράσει διαμαρτυρία κατά του έργου κατασκευής.

05

επιδεινώνομαι, επανεμφανίζομαι

(of illnesses) to suddenly worsen or intensify 
Παραδείγματα
The patient's asthma is kicking up again. 

Το άσθμα του ασθενούς επιδεινώνεται ξανά.

06

εντείνομαι, επιτείνομαι

(of wind or storms) to intensify or increase in strength 
Παραδείγματα
The wind is starting to kick up, so we should head inside. 

Ο άνεμος αρχίζει να δυναμώνει, οπότε πρέπει να μπούμε μέσα.

07

προκαλώ προβλήματα, προκαλώ ανομαλίες

to experience problems or irregularities in operation or behavior 
Παραδείγματα
The economy is kicking up, with rising unemployment and inflation rates. 

Η οικονομία αντιμετωπίζει προβλήματα, με αυξανόμενες τιμές ανεργίας και πληθωρισμού.

01

έναρξη της στάσης στα χέρια, πρώτη κίνηση για την εκτέλεση στάσης στα χέρια

raising the feet backward with the hands on the ground; a first movement in doing a handstand 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kick ups
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store