Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Keepsake
01
ενθύμιο, αναμνηστικό αντικείμενο
an object kept or given to someone as a reminder of a person, place, or event, often holding sentimental value
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
keepsakes
Παραδείγματα
She treasured the locket as a keepsake from her grandmother, holding onto it dearly for its sentimental value.
Θεωρούσε το μενταγιόν ως ενθύμιο από τη γιαγιά της, κρατώντας το αγαπημένα για τη συναισθηματική του αξία.
Λεξικό Δέντρο
keepsake
keep
sake



























