kefir
ke
fir
ˈfɪə
fie
kefier
kephir

Ορισμός και σημασία του "kefir"στα αγγλικά

01

κέφιρ, ζυμωμένο γαλακτομικτό ποτό

a fermented dairy drink with probiotic properties, made from milk and kefir grains, used for drinking or cooking 
kefir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
I enjoy starting my day with a refreshing glass of homemade kefir. 

Απολαμβάνω να ξεκινάω την ημέρα μου με ένα δροσιστικό ποτήρι σπιτικό κέφιρ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store