keeper
kee
ˈki:
ki
per
copperkippercuppercaper

Ορισμός και σημασία του "keeper"στα αγγλικά

01

φύλακας, κηδεμόνας

one having charge of buildings or grounds or animals 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
keepers
02

φύλακας, υπεύθυνος

someone in charge of other people 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store