keeping
Pronunciation
/ˈkipɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "keeping"στα αγγλικά

01

φύλαξη, ευθύνη του φύλακα

the responsibility of a guardian or keeper
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

συμμόρφωση, αρμονία

conformity or harmony
03

διατήρηση, συντήρηση

the act of retaining something
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store