keg
keg
kɛg
keg
eggmegbegteg

Ορισμός και σημασία του "keg"στα αγγλικά

01

βαρέλι, keg

a container, usually made of metal, that is used to store and dispense beer 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kegs
02

βαρέλι, τεκούτσι

the quantity contained in a keg 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store