Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Keg
01
βαρέλι, keg
a container, usually made of metal, that is used to store and dispense beer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kegs
02
βαρέλι, τεκούτσι
the quantity contained in a keg



























