Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Keeping
01
φύλαξη, ευθύνη του φύλακα
the responsibility of a guardian or keeper
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
συμμόρφωση, αρμονία
conformity or harmony
03
διατήρηση, συντήρηση
the act of retaining something
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
keeping
keep



























