Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
justified
01
δικαιολογημένος, ευνόητος
having a sound or reasonable basis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most justified
συγκριτικός βαθμός
more justified
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His decision to resign was justified due to the hostile work environment.
Η απόφασή του να παραιτηθεί ήταν δικαιολογημένη λόγω του εχθρικού εργασιακού περιβάλλοντος.
02
δικαιολογημένος, στοιχισμένος
having text arranged evenly on both sides
Παραδείγματα
The document used a justified layout for a clean appearance.
Το έγγραφο χρησιμοποίησε μια στοιχισμένη διάταξη για μια καθαρή εμφάνιση.
Λεξικό Δέντρο
justifiedly
unjustified
justified
justify
just



























