Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
justified
01
δικαιολογημένος, ευνόητος
having a sound or reasonable basis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most justified
συγκριτικός βαθμός
more justified
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The investment in renewable energy was justified by the potential long-term benefits.
Η επένδυση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δικαιολογήθηκε από τις πιθανές μακροπρόθεσμες ωφέλειες.
02
δικαιολογημένος, στοιχισμένος
having text arranged evenly on both sides
Παραδείγματα
Justified text helped create a tidy and organized page layout.
Το στοιχισμένο κείμενο βοήθησε στη δημιουργία μιας τακτοποιημένης και οργανωμένης διάταξης σελίδας.
Λεξικό Δέντρο
justifiedly
unjustified
justified
justify
just



























