Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
justifiable
01
δικαιολογημένος, υπερασπίσιμος
able to be supported with reason or evidence
Παραδείγματα
The policy change was justifiable, supported by data showing the potential benefits to the organization.
Η αλλαγή της πολιτικής ήταν δικαιολογημένη, υποστηριζόμενη από δεδομένα που έδειχναν τα πιθανά οφέλη για τον οργανισμό.
Λεξικό Δέντρο
justifiably
unjustifiable
justifiable
justify
just



























