Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
justifiable
01
δικαιολογημένος, υπερασπίσιμος
able to be supported with reason or evidence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most justifiable
συγκριτικός βαθμός
more justifiable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
reasoning, ethics, argumentation
Παραδείγματα
His decision to pursue further education was justifiable, considering the potential career opportunities it could offer.
Η απόφασή του να συνεχίσει την περαιτέρω εκπαίδευση ήταν δικαιολογημένη, λαμβάνοντας υπόψη τις πιθανές επαγγελματικές ευκαιρίες που θα μπορούσε να προσφέρει.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
justifiably
unjustifiable
justifiable
justify
just



























