Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jointly
01
κοινά, μαζί
in a way that shows shared ownership, responsibility, or obligation
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The couple jointly own the apartment they live in.
Το ζευγάρι κατέχει από κοινού το διαμέρισμα στο οποίο ζει.
1.1
από κοινού, μαζί
as a combined group or unit
Παραδείγματα
The two reports jointly present a comprehensive view of the crisis.
Οι δύο αναφορές παρουσιάζουν από κοινού μια ολοκληρωμένη άποψη της κρίσης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
jointly
joint
join



























