Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jointly
01
κοινά, μαζί
in a way that shows shared ownership, responsibility, or obligation
Παραδείγματα
The roommates are jointly accountable for any damage to the apartment.
Οι συγκάτοικοι είναι από κοινού υπεύθυνοι για οποιαδήποτε ζημιά στο διαμέρισμα.
1.1
από κοινού, μαζί
as a combined group or unit
Παραδείγματα
The reforms jointly reshape how education is funded and delivered.
Οι μεταρρυθμίσεις από κοινού ανασχηματίζουν τον τρόπο χρηματοδότησης και παροχής της εκπαίδευσης.
Λεξικό Δέντρο
jointly
joint
join



























