jointly
joint
ˈʤɔɪnt
joynt
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "jointly"στα αγγλικά

01

κοινά, μαζί

in a way that shows shared ownership, responsibility, or obligation 
jointly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The couple jointly own the apartment they live in. 

Το ζευγάρι κατέχει από κοινού το διαμέρισμα στο οποίο ζει.

1.1

από κοινού, μαζί

as a combined group or unit 
Παραδείγματα
The two reports jointly present a comprehensive view of the crisis. 

Οι δύο αναφορές παρουσιάζουν από κοινού μια ολοκληρωμένη άποψη της κρίσης.

Λεξικό Δέντρο

jointly
joint
join
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store