jointly
joint
ˈʤɔɪnt
τζοϊντ
ly
li
λι
British pronunciation
/d‍ʒˈɔ‍ɪntli/

Ορισμός και σημασία του "jointly"στα αγγλικά

01

κοινά, μαζί

in a way that shows shared ownership, responsibility, or obligation
jointly definition and meaning
example
Παραδείγματα
The roommates are jointly accountable for any damage to the apartment.
Οι συγκάτοικοι είναι από κοινού υπεύθυνοι για οποιαδήποτε ζημιά στο διαμέρισμα.
1.1

από κοινού, μαζί

as a combined group or unit
example
Παραδείγματα
The reforms jointly reshape how education is funded and delivered.
Οι μεταρρυθμίσεις από κοινού ανασχηματίζουν τον τρόπο χρηματοδότησης και παροχής της εκπαίδευσης.

Λεξικό Δέντρο

jointly
joint
join
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store