aridity
a
ə
ē
ri
ˈrɪ
ri
di
ty
ti
ti
acidityacridityavidityarity

Ορισμός και σημασία του "aridity"στα αγγλικά

01

ξηρασία, στειρότητα

the quality of yielding nothing of value 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

ξηρασία, ανομβρία

the state of being extremely dry 
Παραδείγματα
The aridity of the region made it difficult for plants to thrive. 

Η ξηρασία της περιοχής έκανε δύσκολη την ανάπτυξη των φυτών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store