Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arid
01
άγονος, ξηρός
(of land or a climate) very dry because of not having enough or any rain
Παραδείγματα
Arid regions are susceptible to desertification, a process where fertile land becomes increasingly dry and unable to support vegetation due to human activities or climate change.
Οι άνυδροι περιοχές είναι ευάλωτες στην ερημοποίηση, μια διαδικασία όπου η γόνιμη γη γίνεται ολοένα και πιο ξηρή και ανίκανη να υποστηρίξει βλάστηση λόγω ανθρώπινων δραστηριοτήτων ή κλιματικής αλλαγής.
02
ξηρός, βαρετός
lacking energy, excitement, or vitality
Παραδείγματα
She found the documentary arid and uninteresting.
Βρήκε το ντοκιμαντέρ βαρετό και μη ενδιαφέρον.
Λεξικό Δέντρο
aridness
semiarid
arid



























