Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
argumentative
01
επιθετικός, φιλόλογος
(of a person) ready to argue and often arguing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most argumentative
συγκριτικός βαθμός
more argumentative
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, behavior, communication
Παραδείγματα
His argumentative nature often leads to heated discussions with his peers.
Η φιλόνεικη φύση του συχνά οδηγεί σε έντονες συζητήσεις με τους συνομηλίκους του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
argumentatively
unargumentative
argumentative
argument
argue



























