jerky
Pronunciation
/ˈdʒɝki/

Ορισμός και σημασία του "jerky"στα αγγλικά

01

αποξηραμένο κρέας, τζέρκι

meat that is cut into thin and long pieces then dried or smoked
jerky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jerkies
Παραδείγματα
The spicy beef jerky left a smoky aftertaste in my mouth.
Το πικάντικο βοδινό αποξηραμένο κρέας άφησε μια καπνιστή επίγευση στο στόμα μου.
01

ηλίθιος, βλάκας

having or revealing stupidity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
jerkiest
συγκριτικός βαθμός
jerkier
διαβαθμίσιμο
02

αναστατωμένος, αιφνίδιος

marked by abrupt transitions
03

αναστατωμένος, αιφνίδιος

sudden, quick, and irregular motions characterized by abrupt starts and stops
Παραδείγματα
The old film reel showed jerky movements due to its degraded condition.
Η παλιά ταινία έδειχνε ακανόνιστες κινήσεις λόγω της κατεστραμμένης της κατάστασης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store