kneeling chairknuckle down
από 7
kneeling chairknuckle down
kneeling chair[n]

καθιστό για γονατισμό,καρέκλα γονατισμού

knell[n][v]

κωδωνοκρουσία πένθους,καρδιακός κώδωνας • χτυπώ αργά και επιτάφια,χτυπώ την κηδειωτική καμπάνα

knick-knack[n]

μικροαντικείμενο,διακοσμητικό αντικείμενο

knickerbocker glory[n]

Knickerbocker Glory,ένα επιδόρπιο που αποτελείται από παγωτό, φρούτα και κρέμα σε ένα ψηλό ποτήρι

knickerbockers[n]

knickerbockers,παντελονάκια μέχρι το γόνατο

knickers[n]

σλιπ,εσώρουχο

knife[n][v]

μαχαίρι,λεπίδα • κόβω με μαχαίρι,μαχαιρώνω

knife throwing[n]

ρίψη μαχαιριών,θέαμα ρίψης μαχαιριών

knife-edge[n]

λεπίδα μαχαιριού,άκρη μαχαιριού

knight[n][v]

ιππότης,σερ • ανακηρύσσω ιππότη,απονέμω τον τίτλο του ιππότη

knight in shining armor[phrase]

ο πρίγκιπας των ονείρων

knight's tour[n]

η περιοδεία του ιππότη,το ταξίδι του ιππότη

knit[v][n]

πλέκω • πλεκτό ύφασμα,δεμένο ύφασμα

knit stitch[n]

βελονιά πλεξίματος,βασική βελονιά πλεξίματος

knitted[adj]

πλεκτός,δεμένος

knitted top[n]

πλεκτό μπλούζα,πλεκτό πάνω

knitting[n]
knitting machine[n]

μηχανή πλεξίματος,πλεκτική μηχανή

knitting needle[n]

βελόνα πλεξίματος,βελόνα για πλέξιμο

knitting yarn[n]

νήμα πλεξίματος,μαλλί πλεξίματος

knitwear[n]

πλεκτά ρούχα,πλεκτό

knob[n]

κουμπί,λαβή

knob gobbler[n]

πουτσογλείφτης,πουτσορούφης

knob jockey[n]

ηλίθιος,βλάκας

knob polisher[n]

που πιπιλάει πέος,αυτός που κάνει στοματικό σεξ σε πέος

knobbed[adj]

κομβώδης,οζώδης

knobber[n]

ηλίθιος,βλάκας

knobby[adj]

οζώδης,ανώμαλος

knobgoblin[n]

πουτσογλείφτης,εμμονικός στο στοματικό σεξ

knobhead[n]

βάλανος,κεφαλή του πέους

knock[v][n]

χτυπώ,κοπανίζω • χτύπος,κτύπημα

knock around[v]

χτυπώ πολλές φορές,δέρνω

knock at the door[phrase]
knock back[v]

καταπίνω γρήγορα,χτυπώ πίσω

knock block off[phrase]

τον κάνω τόπι στο ξύλο

knock down[v]

ρίχνω κάτω,καταρρίπτω

knock down with a feather[phrase]

τον αφήνει άναυδο

knock into shape[phrase]
knock off[v]

σταματώ,διακόπτω

knock off balance[phrase]
knock off course[phrase]
knock off feet[phrase]

εντυπωσιάζω κάποιον

knock off pedestal[phrase]
knock on the head[phrase]

το σταματά απότομα

knock oneself out[v]

κάνε ό,τι θες,ξεσπάσει

knock out[v][phrase]

αναισθητοποιώ,ρίχνω νοκάουτ

knock out of the park[phrase]

ξεπερνά τους πάντες

knock out whist[n]

whist αποκλεισμού,whist εξάλειψης

knock over[v]

ρίχνω,γκρεμίζω

knock sense into[phrase]

να του βάλει μυαλό

knock socks off[phrase]

εντυπωσιάζει απίστευτα

knock the wind out of[phrase]

του κόβω τη φόρα

knock together[v]

κατασκευάζω βιαστικά,συναρμολογώ πρόχειρα

knock up[v]

φτιάχνω γρήγορα,ετοιμάζω βιαστικά

knock-back[n]

αποτυχία,εμπόδιο

knock-on[n]

μπροστά,φάουλ χεριού μπροστά

knock-on effect[n]

επίδραση ντόμινο,έμμεση συνέπεια

knocked out[adj]

αναίσθητος,ηττημένος

knocked up[adj]

έγκυος,έγκυος

knocker[n]

χτυπητήρι,κοπανοχτυπητήρι

knocking[n]

χτύπος,κτύπημα

knockoff[n]

μιμητικό,αντίγραφο

knockout[n][adj]

νόκ άουτ,ανατροπή • συγκλονιστικός,ενεργητικός

knockout punch[n]

γροθιά νοκ άουτ,καταλυτική γροθιά

knole sofa[n]

καναπές Knole,σαλόνι Knole

knoll[n]

λόφος,μικρό βουνό

knot[n][v]

κότσο,κόμπος • δένω,μπερδεύω

knot in stomach[phrase]
knotted[adj]

δεμένος,περιπλεγμένος

knotting[n]

δέσιμο,πλέξιμο

knotty[adj]

περίπλοκος,δύσκολος

know[v]

ξέρω,γνωρίζω

know a hawk from a handsaw[phrase]

να μην ξέρει την τύφλα του

know as[v]

θεωρώ ως, βλέπω ως

know better[phrase]

ξέρω καλύτερα

know enough to come out of the rain[phrase]

ξέρει να τα βγάζει πέρα

know from[phrase]
know in the biblical sense[phrase]

γνωρίζω κάποιον βιβλικά

know inside out[phrase]

ξέρω απ' έξω κι ανακατωτά

know like the back of hand[phrase]

το ξέρω σαν την παλάμη μου

know of[v]

γνωρίζω για,έχω γνώση για

know onions[phrase]

ξέρω καλά το αντικείμενό μου

know own mind[phrase]
know stuff[phrase]

ξέρω καλά τη δουλειά μου

know the score[phrase]

ξέρω τι παίζεται

know what is what[phrase]

ξέρω τι είναι τι

know when to fold 'em[phrase]
know where stand[phrase]

ξέρει τι σκέφτεται κάποιος γι' αυτόν

know where the bodies are buried[phrase]
know which side bread is buttered on[phrase]

ξέρει πού τον συμφέρει

know which way the wind blow[phrase]

ζυγίζω το κλίμα

know-all[n]

ξερόλας,σοφιστής

knowing[adj][n]

ενημερωμένος,επιτηδευμένος • γνώση

knowingly[adv]

επίτηδες,με γνώση

knowledge[n]

γνώση, επίγνωση

knowledgeable[adj]

γνώστης,μορφωμένος

knowledgeably[adv]
known[adj]

γνωστός,αναγνωρισμένος

knuckle[n][v]

άρθρωση,καρπός του δακτύλου • πιέζω ή τρίβω με τις αρθρώσεις,μασάω με τις αρθρώσεις

knuckle down[v]

αρχίζω να δουλεύω ή να μελετώ σοβαρά,επικεντρώνομαι σοβαρά σε μια εργασία ή στόχο

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή