καθιστό για γονατισμό,καρέκλα γονατισμού
κωδωνοκρουσία πένθους,καρδιακός κώδωνας • χτυπώ αργά και επιτάφια,χτυπώ την κηδειωτική καμπάνα
μικροαντικείμενο,διακοσμητικό αντικείμενο
Knickerbocker Glory,ένα επιδόρπιο που αποτελείται από παγωτό, φρούτα και κρέμα σε ένα ψηλό ποτήρι
knickerbockers,παντελονάκια μέχρι το γόνατο
σλιπ,εσώρουχο
μαχαίρι,λεπίδα • κόβω με μαχαίρι,μαχαιρώνω
ρίψη μαχαιριών,θέαμα ρίψης μαχαιριών
λεπίδα μαχαιριού,άκρη μαχαιριού
ιππότης,σερ • ανακηρύσσω ιππότη,απονέμω τον τίτλο του ιππότη
ο πρίγκιπας των ονείρων
η περιοδεία του ιππότη,το ταξίδι του ιππότη
πλέκω • πλεκτό ύφασμα,δεμένο ύφασμα
βελονιά πλεξίματος,βασική βελονιά πλεξίματος
πλεκτός,δεμένος
πλεκτό μπλούζα,πλεκτό πάνω
μηχανή πλεξίματος,πλεκτική μηχανή
βελόνα πλεξίματος,βελόνα για πλέξιμο
νήμα πλεξίματος,μαλλί πλεξίματος
πλεκτά ρούχα,πλεκτό
κουμπί,λαβή
πουτσογλείφτης,πουτσορούφης
ηλίθιος,βλάκας
που πιπιλάει πέος,αυτός που κάνει στοματικό σεξ σε πέος
κομβώδης,οζώδης
ηλίθιος,βλάκας
οζώδης,ανώμαλος
πουτσογλείφτης,εμμονικός στο στοματικό σεξ
βάλανος,κεφαλή του πέους
χτυπώ,κοπανίζω • χτύπος,κτύπημα
χτυπώ πολλές φορές,δέρνω
καταπίνω γρήγορα,χτυπώ πίσω
τον κάνω τόπι στο ξύλο
ρίχνω κάτω,καταρρίπτω
τον αφήνει άναυδο
σταματώ,διακόπτω
εντυπωσιάζω κάποιον
το σταματά απότομα
κάνε ό,τι θες,ξεσπάσει
αναισθητοποιώ,ρίχνω νοκάουτ
ξεπερνά τους πάντες
whist αποκλεισμού,whist εξάλειψης
ρίχνω,γκρεμίζω
να του βάλει μυαλό
εντυπωσιάζει απίστευτα
του κόβω τη φόρα
κατασκευάζω βιαστικά,συναρμολογώ πρόχειρα
φτιάχνω γρήγορα,ετοιμάζω βιαστικά
αποτυχία,εμπόδιο
μπροστά,φάουλ χεριού μπροστά
επίδραση ντόμινο,έμμεση συνέπεια
αναίσθητος,ηττημένος
έγκυος,έγκυος
χτυπητήρι,κοπανοχτυπητήρι
χτύπος,κτύπημα
μιμητικό,αντίγραφο
νόκ άουτ,ανατροπή • συγκλονιστικός,ενεργητικός
γροθιά νοκ άουτ,καταλυτική γροθιά
καναπές Knole,σαλόνι Knole
λόφος,μικρό βουνό
κότσο,κόμπος • δένω,μπερδεύω
δεμένος,περιπλεγμένος
δέσιμο,πλέξιμο
περίπλοκος,δύσκολος
ξέρω,γνωρίζω
να μην ξέρει την τύφλα του
θεωρώ ως, βλέπω ως
ξέρω καλύτερα
ξέρει να τα βγάζει πέρα
γνωρίζω κάποιον βιβλικά
ξέρω απ' έξω κι ανακατωτά
το ξέρω σαν την παλάμη μου
γνωρίζω για,έχω γνώση για
ξέρω καλά το αντικείμενό μου
ξέρω καλά τη δουλειά μου
ξέρω τι παίζεται
ξέρω τι είναι τι
ξέρει τι σκέφτεται κάποιος γι' αυτόν
ξέρει πού τον συμφέρει
ζυγίζω το κλίμα
ξερόλας,σοφιστής
ενημερωμένος,επιτηδευμένος • γνώση
επίτηδες,με γνώση
γνώση, επίγνωση
γνώστης,μορφωμένος
γνωστός,αναγνωρισμένος
άρθρωση,καρπός του δακτύλου • πιέζω ή τρίβω με τις αρθρώσεις,μασάω με τις αρθρώσεις
αρχίζω να δουλεύω ή να μελετώ σοβαρά,επικεντρώνομαι σοβαρά σε μια εργασία ή στόχο