Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Knight
Παραδείγματα
The knight jumped over the pawns to attack the queen.
Ο ίππος πήδηξε πάνω από τα πιόνια για να επιτεθεί στη βασίλισσα.
02
ιππότης, παλαδίνος
(in the Middle Ages) a man of high social rank, wearing armor and riding a horse, who is loyal to his king
Παραδείγματα
The knight rode into battle with his sword raised high.
Ο ιππότης έφτασε στη μάχη με το σπαθί του ψηλά.
03
ιππότης, σερ
a person awarded a title of honor by the royal family in Great Britain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
knights
Παραδείγματα
He was made a knight for his contributions to literature.
Έγινε ιππότης για τις συνεισφορές του στη λογοτεχνία.
to knight
01
ανακηρύσσω ιππότη, απονέμω τον τίτλο του ιππότη
to confer the rank or title of knight on someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
knight
γ΄ ενικό πρόσωπο
knights
ενεστώτα μετοχή
knighting
απλός αόριστος
knighted
παθητική μετοχή
knighted
Παραδείγματα
The queen will knight the author for his literary achievements.
Η βασίλισσα θα χρίσει ιππότη τον συγγραφέα για τα λογοτεχνικά του επιτεύγματα.
Λεξικό Δέντρο
knighthood
knightly
knight



























