genus uriaget around to
από 25
genus uriaget around to
genus uria[n]

γένος Uria,ουρίες

geocaching[n]
geochemistry[n]
geococcyx[n]

γεοκόκκυξ,δρόμος δρομέας

geode[n]

γεώδες,κρυσταλλική κοιλότητα

geodetic[adj]

γεωδαιτικός,σχετικός με τη γεωδαισία

geoffroy's cat[n]

γάτα του Geoffroy

geoglyph[n]

γεωγλυφικό,γιγαντιαία σχέδια στο έδαφος

geographer[n]

γεωγράφος,ειδικός γεωγραφίας

geographic information system[n]

γεωγραφικό σύστημα πληροφοριών,ΓΣΠ

geographical[adj]

γεωγραφικός,σχετικός με τη γεωγραφία

geographically[adv]

γεωγραφικά,από γεωγραφική άποψη

geographics[n]

γεωγραφία,γεωγραφική μελέτη

geography[n]

γεωγραφία

geolinguistics[n]

γεωγλωσσολογία,γεωγραφική γλωσσολογία

geological[adj]

γεωλογικός

geologically[adv]

γεωλογικά

geologist[n]

γεωλόγος,επιστήμονας ειδικευμένος στη γεωλογία

geology[n]

γεωλογία,επιστήμη της Γης

geometric[adj]

γεωμετρικός

geometric abstraction[n]

γεωμετρική αφαίρεση

geometric pattern[n]

γεωμετρικό μοτίβο,γεωμετρικό σχέδιο

geometric series[n]

γεωμετρική σειρά,γεωμετρική πρόοδος

geometrically[adv]

γεωμετρικά

geometry[n]

γεωμετρία

geommu[n]

Geommu,ένας παραδοσιακός κορεατικός χορός με πολύχρωμες μάσκες και κοστούμια, που εκτελείται κατά τη διάρκεια φεστιβάλ και τελετών

geomorphology[n]

γεωμορφολογία,επιστημονική μελέτη των μορφών του εδάφους

geophotography[n]

γεωφωτογραφία,φωτογραφία φυσικού τοπίου

geophysics[n]

γεωφυσική,επιστήμη των φυσικών ιδιοτήτων της Γης

geopolitical[adj]

γεωπολιτικός,σχετικός με τη γεωπολιτική

geopolitics[n]

γεωπολιτική

georgia[n]

Τζόρτζια,η πολιτεία της Τζόρτζια

georgian[n][adj]

Γεωργιανός,Κάτοικος της Τζόρτζια • γεωργιανός,της γεωργιανής εποχής

georgian alphabet[n]

γεωργιανό αλφάβητο,γεωργιανό σύστημα γραφής

georgian architecture[n]

γεωργιανή αρχιτεκτονική,γεωργιανό αρχιτεκτονικό στυλ

geotargeting[n]

γεωπροσανατολισμός,γεωγραφικός στόχος

geothermal[adj]

γεωθερμικός,γεωθερμική

geothermal energy[n]

γεωθερμική ενέργεια,θερμική ενέργεια της γης

gerbil[n]

γεράκι,ερημικός ποντικός

geriatric[adj]

γηριατρικός,γηροκομικός

geriatrics[n]

γηροντίατρική,γεροντολογία

germ[n]

φύτρο,πηγή έμπνευσης

german[adj][n]

γερμανικός • Γερμανικά

german bee[n]

γερμανική μέλισσα,μαύρη μέλισσα

german cockroach[n]

Γερμανική κατσαρίδα,Blattella germanica

german deck[n]

γερμανικό πακέτο,γερμανικό τραπουλόχαρτο

german romanticism[n]

Γερμανικός Ρομαντισμός,Ρομαντισμός στη Γερμανία

german shepherd[n]

Γερμανικός Ποιμενικός,Σκύλος Γερμανικού Ποιμενικού

german whist[n]

γερμανικό whist,whist γερμανικού στυλ

germane[adj]

σχετικός,κατάλληλος

germanic languages[n]

γερμανικές γλώσσες

germany[n]

Γερμανία

germinal[adj][n]

βλαστικός • ζερμινάλ (έβδομος μήνας του Επαναστατικού ημερολογίου (Μάρτιος και Απρίλιος); ο μήνας των μπουμποκιών)

germinal matrix[n]

βλαστικός πίνακας,βλαστική ζώνη

germinate[v]

βλαστάνω,φυτρώνω

germination[n]
gerontologist[n]

γηροντόλογος,ειδικός στη γηροντλογία

gerontology[n]

γεροντολογία,μελέτη της γήρανσης

gerridae[n]

Gerridae,μια οικογένεια αρθροπόδων που περιλαμβάνει τους νεροβάτες

gerrymander[n][v]

χειραγώγηση των ορίων εκλογικών περιφερειών,τζέριμαντερ • χειραγωγούν τις εκλογικές περιφέρειες,χωρίζουν τις εκλογικές περιφέρειες με τρόπο ευνοϊκό

gerund[n]

γερούνδιο,μορφή ρήματος που λειτουργεί ως ουσιαστικό

gerund clause[n]

προστακτική πρόταση,γερούνδιο ρήματος

gesso[n]

τζέσο,αστάρι

gestate[v]

κυοφορώ,μεταφέρω ένα αναπτυσσόμενο έμβρυο ή έμβρυο

gestation[n]

κύηση,ανάπτυξη

gestation period[n]

περίοδος κύησης,διάρκεια κύησης

gestational[adj]

κυοφορικός,σχετικός με την κύηση

gestator[n]

κυοφορούσα,γυναίκα που περιορίζεται στον ρόλο της στην εγκυμοσύνη

gesticulate[v]

χειρονομώ,κάνω νοήματα

gesture[n][v]

χειρονομία,νόημα • χειρονομώ,κάνω νόημα

get[v][n]

λαμβάνω,αποκτώ • ανάκτηση, διάσωση

get a clue[phrase]
get a cold[phrase]
get a degree[phrase]
get a free pass[phrase]

παίρνω ασυλία

get a grasp on[phrase]
get a grip[phrase]
get a grip on[phrase]

να συνέλθει

get a headache[phrase]
get a hold of[phrase]
get a kick out of[phrase]

χαίρομαι πολύ κάτι

get a load of[phrase]
get a load on[phrase]

γίνομαι τύφλα

get a move on[phrase]

κουνιέμαι λίγο

get a rise out of[phrase]

προκαλώ κάποιον επίτηδες

get a tan[phrase]
get a taste for[phrase]

του μπαίνει η όρεξη για

get a word in edgeways[phrase]
get a word in edgewise[phrase]

να προλάβει να μιλήσει

get about[v]

κινώ,ταξιδεύω

get above[phrase]
get across[v]

μεταδίδω,γίνομαι κατανοητός

get act together[phrase]

βάζω μια τάξη στη ζωή μου

get after[v]

ασχολούμαι με,επιδιώκω

get ahead[v]

προοδεύω,πετυχαίνω

get ahead of[v][phrase]

προηγούμαι,ξεπεράω

get along[v]

συμπεριφέρομαι καλά,τα πάω καλά

get anywhere[phrase]
get around[v]

πείθω,καταφέρνω να πείσω

get around to[v]

βρίσκω επιτέλους το χρόνο να,αποφασίζω να

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή