geriatric
ge
ˌʤɛ
τζε
riat
ˈriæt
ριαιτ
ric
rɪk
ρικ
/d‍ʒˌɛɹɪˈætɹɪk/

Ορισμός και σημασία του "geriatric"στα αγγλικά

01

γηριατρικός, γηροκομικός

concerning the physical, mental, or social aspects of aging
Formal
Παραδείγματα
The study examined common geriatric conditions in urban populations.
Η μελέτη εξέτασε κοινές γηριατρικές καταστάσεις σε αστικούς πληθυσμούς.
1.1

γηριατρικός, γεροντολογικός

pertaining to the medical care or study of the elderly
Παραδείγματα
Geriatric nursing requires careful attention to both physical and emotional health needs.
Η γηριατρική απαιτεί προσεκτική προσοχή τόσο στις φυσικές όσο και στις συναισθηματικές ανάγκες υγείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store