Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
geriatric
01
γηριατρικός, γηροκομικός
concerning the physical, mental, or social aspects of aging
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
medicine, aging, healthcare
Παραδείγματα
The nursing home provides specialized care for geriatric patients.
Το γηροκομείο παρέχει εξειδικευμένη φροντίδα για γηριατρικούς ασθενείς.
1.1
γηριατρικός, γεροντολογικός
pertaining to the medical care or study of the elderly
Παραδείγματα
The geriatric ward specializes in treating age-related illnesses like osteoporosis and dementia.
Το τμήμα γηριατρικής ειδικεύεται στη θεραπεία ασθενειών που σχετίζονται με την ηλικία, όπως η οστεοπόρωση και η άνοια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
geriatric
geriatr



























