Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
germinal
01
βλαστικός
in an early stage of growth or formation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most germinal
συγκριτικός βαθμός
more germinal
διαβαθμίσιμο
Germinal
01
ζερμινάλ (έβδομος μήνας του Επαναστατικού ημερολογίου (Μάρτιος και Απρίλιος); ο μήνας των μπουμποκιών)
seventh month of the Revolutionary calendar (March and April); the month of buds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
germinals



























