germinal
ger
ˈʤɜ:
τζερ
mi
μι
nal
nəl
ναλ

Ορισμός και σημασία του "germinal"στα αγγλικά

01

βλαστικός

in an early stage of growth or formation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most germinal
συγκριτικός βαθμός
more germinal
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
development, biology, process
01

ζερμινάλ (έβδομος μήνας του Επαναστατικού ημερολογίου (Μάρτιος και Απρίλιος); ο μήνας των μπουμποκιών)

seventh month of the Revolutionary calendar (March and April); the month of buds 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
germinals

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store