gestator
Pronunciation
/dʒɛstˈeɪɾɚ/

Ορισμός και σημασία του "gestator"στα αγγλικά

01

κυοφορούσα, γυναίκα που περιορίζεται στον ρόλο της στην εγκυμοσύνη

a woman reduced to her role in pregnancy or childbearing
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gestators
Παραδείγματα
Critics accused the politician of viewing women as gestators.
Οι κριτικοί κατηγόρησαν τον πολιτικό ότι βλέπει τις γυναίκες ως κυοφόρους.

Λεξικό Δέντρο

gestator
gestate
gest
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store