gestator
ges
ʤɛs
jes
ta
ˈteɪ
tei
tor
migratorinflaterbarratorpronator

Ορισμός και σημασία του "gestator"στα αγγλικά

01

κυοφορούσα, γυναίκα που περιορίζεται στον ρόλο της στην εγκυμοσύνη

a woman reduced to her role in pregnancy or childbearing 
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
gestators
θηλυκό ενικό
gestator
neutral form
parent
Παραδείγματα
The misogynist called stay-at-home mothers mere gestators. 

Ο μισογύνης αποκάλεσε τις μητέρες που μένουν σπίτι απλώς γεννητρίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gestator
gestate
gest
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store