Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Äußerlichkeit
01
εξωτερική εμφάνιση, εξωτερικότητα
Das äußere Erscheinungsbild oder die sichtbare Form von etwas oder jemandem
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Äußerlichkeiten
γενική πτώση
Äußerlichkeit
Παραδείγματα
Die Äußerlichkeit spielt in manchen Berufen eine wichtige Rolle.
Η εξωτερική εμφάνιση παίζει σημαντικό ρόλο σε ορισμένα επαγγέλματα.
LanGeek



























