Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
äußerlich
01
εξωτερικός, επιφανειακός
Von außen sichtbar oder auf das Äußere bezogen
Παραδείγματα
Sie blieb äußerlich ruhig, war aber innerlich nervös.
Παραμένει εξωτερικά ήρεμη, αλλά ήταν νευρική εσωτερικά.


























