Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zählen
[past form: zählte]
01
μετράω, απαριθμώ
Zahlen der Reihe nach sagen
Παραδείγματα
Kannst du bis zehn zählen?
Μπορείς να μετρήσεις μέχρι το δέκα;
02
μετρώ, απαριθμώ
Eine bestimmte Anzahl von Mitgliedern haben
Παραδείγματα
Das Buch zählt 300 Seiten.
Το βιβλίο έχει 300 σελίδες.
03
μετράω, έχω σημασία
Wichtig oder gültig sein
Παραδείγματα
Geld allein zählt nicht.
Μόνο τα χρήματα δεν έχουν σημασία.
04
μετράω ανάμεσα σε, θεωρώ ως
Als Teil von etwas betrachten
Παραδείγματα
Du zählst nicht mehr zur Gruppe.
Δεν ανήκεις πλέον στην ομάδα.


























