Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zählen
01
μετράω, απαριθμώ
Zahlen der Reihe nach sagen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zähle
γ΄ ενικό πρόσωπο
zählt
ενεστώτα μετοχή
zählend
απλός αόριστος
zählte
παθητική μετοχή
gezählt
Παραδείγματα
Das Kind kann schon bis hundert zählen.
Το παιδί μπορεί ήδη να μετρήσει μέχρι εκατό.
02
μετρώ, απαριθμώ
Eine bestimmte Anzahl von Mitgliedern haben
Παραδείγματα
Die Gruppe zählt zwanzig Mitglieder.
Η ομάδα έχει είκοσι μέλη.
03
μετράω, έχω σημασία
Wichtig oder gültig sein
Παραδείγματα
Nur deine Meinung zählt für mich.
Μόνο η γνώμη σου μετράει για μένα.
04
μετράω ανάμεσα σε, θεωρώ ως
Als Teil von etwas betrachten
Παραδείγματα
Ich zähle ihn zu meinen Freunden.
Τον θεωρώ ανάμεσα στους φίλους μου.



























