Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verschlafen
01
ξυπνώ αργά, κοιμάμαι περισσότερο απ' όσο πρέπει
länger schlafen als geplant und dadurch zu spät kommen oder etwas verpassen
Παραδείγματα
Ich habe heute Morgen verschlafen und den Bus verpasst.
Ξύπνησα αργά σήμερα το πρωί και έχασα το λεωφορείο.
02
κοιμάμαι, βρίσκομαι στον ύπνο
schlafen, sich im Schlaf befinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
schlafen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verschlafe
γ΄ ενικό πρόσωπο
verschläft
ενεστώτα μετοχή
verschlafend
απλός αόριστος
verschlief
παθητική μετοχή
verschlafen
Παραδείγματα
Das Kind hat ruhig verschlafen.
Το παιδί κοιμήθηκε ήρεμα.
03
χάσω λόγω ύπνου, κοιμάμαι μέσα από
etwas Wichtiges nicht wahrnehmen oder verlieren, weil man geschlafen hat
Παραδείγματα
Ich habe den Wecker verschlafen.
Κοιμήθηκα το ξυπνητήρι.
verschlafen
01
νυσταγμένος, υπνηλός
Müde und benommen vom Schlaf
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am verschlafensten
συγκριτικός βαθμός
verschlafener
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er sah am Morgen ganz verschlafen aus.
Φαινόταν πολύ νυσταγμένος το πρωί.



























