verschlafen

Ορισμός και σημασία του "verschlafen"στα γερμανικά

verschlafen
01

ξυπνώ αργά, κοιμάμαι περισσότερο απ' όσο πρέπει

länger schlafen als geplant und dadurch zu spät kommen oder etwas verpassen
verschlafen definition and meaning
Παραδείγματα
Wir dürfen morgen nicht verschlafen – der Zug fährt um sechs.
Δεν πρέπει να ξυπνήσουμε αργά αύριο – το τρένο αναχωρεί στις έξι.
02

κοιμάμαι, βρίσκομαι στον ύπνο

schlafen, sich im Schlaf befinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
schlafen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verschlafe
γ΄ ενικό πρόσωπο
verschläft
ενεστώτα μετοχή
verschlafend
απλός αόριστος
verschlief
παθητική μετοχή
verschlafen
Παραδείγματα
Der Patient verschlief die Nacht ohne Probleme.
Ο ασθενής κοιμήθηκε όλη τη νύχτα χωρίς προβλήματα.
03

χάσω λόγω ύπνου, κοιμάμαι μέσα από

etwas Wichtiges nicht wahrnehmen oder verlieren, weil man geschlafen hat
Παραδείγματα
Er verschlief seine Chance.
Αυτός έχασε την ευκαιρία του.
verschlafen
01

νυσταγμένος, υπνηλός

Müde und benommen vom Schlaf
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am verschlafensten
συγκριτικός βαθμός
verschlafener
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sein verschlafenes Gesicht zeigte, dass er gerade erst aufgewacht war.
Το υπνηλό του πρόσωπο έδειχνε ότι μόλις είχε ξυπνήσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store