reiten
Pronunciation
/ˈʀaɪ̯tən/

Ορισμός και σημασία του "reiten"στα γερμανικά

reiten
[past form: ritt]
01

ιππεύω, καβαλάω

Auf einem Pferd zu sitzen und es zu steuern
reiten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
reite
γ΄ ενικό πρόσωπο
reitet
ενεστώτα μετοχή
reitend
απλός αόριστος
ritt
παθητική μετοχή
geritten
Παραδείγματα
Wir haben in den Ferien reiten gelernt.
Μάθαμε να ιππεύουμε κατά τις διακοπές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store