Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reiten
[past form: ritt]
01
ιππεύω, καβαλάω
Auf einem Pferd zu sitzen und es zu steuern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
reite
γ΄ ενικό πρόσωπο
reitet
ενεστώτα μετοχή
reitend
απλός αόριστος
ritt
παθητική μετοχή
geritten
Παραδείγματα
Wir haben in den Ferien reiten gelernt.
Μάθαμε να ιππεύουμε κατά τις διακοπές.



























