Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Reiseführer
[gender: masculine]
01
τουριστικός οδηγός, συνοδός τουριστών
Eine Person, die Touristen Orte zeigt und erklärt
Παραδείγματα
Der Reiseführer erklärt die Geschichte.
Ο οδηγός εξηγεί την ιστορία.
02
τουριστικός οδηγός, οδηγός ταξιδιού
Ein Buch mit Informationen über Reiseziele
Παραδείγματα
Der Reiseführer zeigt Restaurants.
Ο ταξιδιωτικός οδηγός δείχνει τα εστιατόρια.


























