Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Reisepass
[gender: masculine]
01
διαβατήριο, έγγραφο ταξιδιού
Ein amtliches Dokument, das für Reisen ins Ausland benötigt wird
Παραδείγματα
In ihrem Reisepass stehen viele Stempel.
Στο διαβατήριό της υπάρχουν πολλές σφραγίδες.


























