Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Reiskocher
01
μαγειρική συσκευή ρυζιού, κατσαρόλα ρυζιού
elektrisches Küchengerät, das Reis automatisch kocht und danach warm hält
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Reiskocher
γενική πτώση
Reiskochers
Παραδείγματα
Der Reiskocher steht auf der Arbeitsplatte.
Ο μάγειρας ρυζιού βρίσκεται στο πάγκο.
LanGeek



























