der reiskocher
reiskocher
ʁaɛ̯skɔxɐ
raeskawkh

Ορισμός και σημασία του "reiskocher"στα γερμανικά

Der Reiskocher
01

μαγειρική συσκευή ρυζιού, κατσαρόλα ρυζιού

elektrisches Küchengerät, das Reis automatisch kocht und danach warm hält 
der Reiskocher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Reiskocher
γενική πτώση
Reiskochers
Παραδείγματα
Der Reiskocher steht auf der Arbeitsplatte. 

Ο μάγειρας ρυζιού βρίσκεται στο πάγκο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store