Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Reiskocher
01
μαγειρική συσκευή ρυζιού, κατσαρόλα ρυζιού
elektrisches Küchengerät, das Reis automatisch kocht und danach warm hält
Παραδείγματα
Mit dem Reiskocher gelingt der Reis immer perfekt.
Με τον μαγειρικό αυτόματο ρυζιού, το ρύζι βγαίνει πάντα τέλειο.



























