Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Reiz
[gender: masculine]
01
διέγερση, ερεθισμός
Ein äußerer oder innerer Faktor, der eine Reaktion im Körper oder Geist auslöst
Παραδείγματα
Reflexe sind automatische Reaktionen auf sensorische Reize.
Τα αντανακλαστικά είναι αυτόματες αντιδράσεις σε αισθητήριους ερεθισμούς.
02
γοητεία, έλξη
Eine anziehende oder faszinierende Qualität
Παραδείγματα
Der Reiz der Wildnis zieht Abenteurer magisch an.
Η γοητεία της άγριας φύσης μαγικά προσελκύει τους τυχοδιώκτες.


























