der reiz
reiz
ʁaɪ̯ts
raits

Ορισμός και σημασία του "reiz"στα γερμανικά

01

διέγερση, ερεθισμός

Ein äußerer oder innerer Faktor, der eine Reaktion im Körper oder Geist auslöst 
der Reiz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Reizes
πληθυντικός τύπος
Reize
Παραδείγματα
Lautes Licht ist ein starker Reiz für die Augen. 

Το φωτεινό φως είναι ένα ισχυρό ερέθισμα για τα μάτια.

02

γοητεία, έλξη

Eine anziehende oder faszinierende Qualität 
der Reiz definition and meaning
Παραδείγματα
Der Reiz dieser Stadt liegt in ihrer Geschichte. 

Η γοητεία αυτής της πόλης βρίσκεται στην ιστορία της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store