Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Reisender
01
Person, die sich auf Reisen befindet oder häufig reist; auch Fahrgast in Verkehrsmitteln , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Reisenden
πληθυντικός τύπος
Reisenden
Παραδείγματα
Der Reisende wartet am Bahnsteig.



























