Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reintegrieren
[past form: reintegrierte]
01
επανενσωματώνω, επανεντάσσω
Jemanden oder etwas wieder in eine Gemeinschaft, Gruppe oder ein System eingliedern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
reintegriere
γ΄ ενικό πρόσωπο
reintegriert
ενεστώτα μετοχή
reintegrierend
απλός αόριστος
reintegrierte
παθητική μετοχή
reintegriert
Παραδείγματα
Flüchtlinge benötigen Hilfe, um sich in die Arbeitswelt zu reintegrieren.
Οι πρόσφυγες χρειάζονται βοήθεια για να επανενταχθούν στην αγορά εργασίας.



























