Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reintegrieren
01
επανενσωματώνω, επανεντάσσω
Jemanden oder etwas wieder in eine Gemeinschaft, Gruppe oder ein System eingliedern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
reintegriere
γ΄ ενικό πρόσωπο
reintegriert
ενεστώτα μετοχή
reintegrierend
απλός αόριστος
reintegrierte
παθητική μετοχή
reintegriert
Παραδείγματα
Nach der Haft wird es schwer sein, ihn in die Gesellschaft zu reintegrieren.
Μετά τη φυλάκιση, θα είναι δύσκολο να τον επανενσωματώσει στην κοινωνία.



























