Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
festhalten
01
κρατώ σφιχτά, πιάνω γερά
Etwas oder jemanden mit der Hand fest greifen und nicht loslassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
fest
βασικό ρήμα
halten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
halte fest
γ΄ ενικό πρόσωπο
hält fest
ενεστώτα μετοχή
festhaltend
απλός αόριστος
hielt fest
παθητική μετοχή
festgehalten
Παραδείγματα
Halte das Seil gut fest!
Κράτα καλά το σχοινί!
02
κρατιέμαι, αγκαλιάζω
Sich an etwas fest greifen, um nicht zu fallen
Παραδείγματα
Halt dich an der Stange fest!
Κράτα τη ράβδο !
03
επιμένω σε, παραμένω πιστός σε
An einer Meinung, Idee oder Regel fest bleiben
Παραδείγματα
Er hält an seinen Prinzipien fest.
Αυτός επιμένει στις αρχές του.
04
καταγράφω, εγγράφω
Etwas schriftlich oder mit einem Gerät dokumentieren
Παραδείγματα
Wir haben den Moment mit der Kamera festgehalten.
Καταγράψαμε τη στιγμή με την κάμερα.
Λεξικό Δέντρο
festhalten
fest
halten



























