Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
festhalten
01
κρατώ σφιχτά, πιάνω γερά
Etwas oder jemanden mit der Hand fest greifen und nicht loslassen
Παραδείγματα
Bitte festhalten, der Bus fährt los!
Κρατηθείτε καλά, το λεωφορείο αναχωρεί!
02
κρατιέμαι, αγκαλιάζω
Sich an etwas fest greifen, um nicht zu fallen
Παραδείγματα
Kinder, bitte gut festhalten!
Παιδιά, παρακαλώ κρατηθείτε καλά!
03
επιμένω σε, παραμένω πιστός σε
An einer Meinung, Idee oder Regel fest bleiben
Παραδείγματα
Sie hielten trotz Kritik an ihrem Standpunkt fest.
Κράτησαν την άποψή τους παρά τις επικρίσεις.
04
καταγράφω, εγγράφω
Etwas schriftlich oder mit einem Gerät dokumentieren
Παραδείγματα
Diese Regeln wurden schriftlich festgehalten.
Οι κανόνες αυτοί καταγράφηκαν γραπτώς.


























