Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einziehen
01
μετακομίζω, εγκαθίσταμαι
In eine neue Wohnung oder ein neues Haus gehen, um dort zu wohnen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
ziehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
ziehe ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
zieht ein
ενεστώτα μετοχή
einziehend
απλός αόριστος
zog ein
παθητική μετοχή
eingezogen
Παραδείγματα
Ich freue mich, bald einzuziehen.
Χαίρομαι που θα μετακομίσω σύντομα.
02
διεισδύω, απορροφώμαι
In etwas eindringen oder aufgenommen werden
Παραδείγματα
Der Geruch ist in die Kleidung eingezogen.
Η μυρωδιά έχει διεισδύσει στα ρούχα.
03
μπαίνω, εισχωρώ
In ein Gebiet oder Gebäude hineingehen oder eintreten
Παραδείγματα
Die Truppen zogen in das Land ein.
Οι στρατιώτες εισήλθαν στη χώρα.



























